Μαρία Κωνσταντίνου, Λειτουργός Κλιματικής Αλλαγής, TerraCypria– Το Κυπριακό Ίδρυμα Προστασίας του Περιβάλλοντος
Η λειψυδρία αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα για την Κύπρο, απασχολώντας έντονα την πολιτεία, την επιστημονική κοινότητα και την κοινωνία των πολιτών. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η Κύπρος ήταν η μόνη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε κατάσταση σοβαρής λειψυδρίας το 2022, με Δείκτη Εκμετάλλευσης Νερού (Water Exploitation Index) στο 71%, πολύ υψηλότερο από το όριο επικινδυνότητας του 40%. Με λίγα λόγια, καταναλώνουμε σημαντικά περισσότερο νερό από αυτό που μπορούν να αναπληρώσουν φυσικά οι διαθέσιμοι πόροι.
Από το 2022 μέχρι σήμερα, η κατάσταση έχει καταστεί ακόμα πιο ανησυχητική. Οι υψηλότερες θερμοκρασίες, οι μειωμένες βροχοπτώσεις, οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας και οι αυξανόμενες ανάγκες κατανάλωσης, σε συνδυασμό με διαχρονικές προκλήσεις στη διαχείριση των υδάτινων πόρων, αυξάνουν την πίεση στα διαθέσιμα αποθέματα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ορθολογική και βιώσιμη διαχείριση του νερού καθίσταται πιο επιτακτική από ποτέ, με μια σειρά από πρακτικές λύσεις που μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην αντιμετώπιση του προβλήματος.
Η γεωργία αποτελεί έναν από τους τομείς που επηρεάζονται περισσότερο από τη λειψυδρία, καθώς υπάρχει άμεσος αντίκτυπος στα αποθέματα άρδευσης, στη γεωργική παραγωγή, στο κόστος και τελικά στις τιμές των προϊόντων. Παρά την έλλειψη νερού, περίπου το 60% των υδάτινων αποθεμάτων στα φράγματα χρησιμοποιείται για αρδευτικούς σκοπούς. Το γεγονός αυτό καθιστά αναγκαίες ορισμένες προσαρμογές, ώστε ο τομέας να είναι πιο βιώσιμος και να συμβάλει παράλληλα στη συνολική διαχείριση του προβλήματος.
Οι παραδοσιακές μέθοδοι άρδευσης συχνά οδηγούν σε σπατάλη, καθώς καταναλώνεται περισσότερο νερό από όσο χρειάζονται οι καλλιέργειες, με αποτέλεσμα σημαντικό μέρος να εξατμίζεται ή να διαρρέει. Σήμερα, η γεωργία ακριβείας και η τεχνολογική πρόοδος επιτρέπουν τη στοχευμένη παροχή νερού απευθείας στη ρίζα του φυτού. Μέσω ειδικών αισθητήρων υγρασίας, είναι δυνατή η παρακολούθηση των αναγκών του φυτού σε πραγματικό χρόνο, ώστε να παρέχεται ακριβώς η ποσότητα νερού που απαιτείται τη δεδομένη στιγμή.
Παράλληλα, η αντικατάσταση υδροβόρων καλλιεργειών όπως τα εσπεριδοειδή και οι μπανάνες, με τοπικές και ανθεκτικές ποικιλίες όπως χαρουπιές, ελιές, αμυγδαλιές, συκιές, και αρωματικά φυτά, μπορεί να μειώσει σημαντικά την κατανάλωση νερού. Τα είδη αυτά είναι καλύτερα προσαρμοσμένα στις κλιματικές συνθήκες της Κύπρου, απαιτούν λιγότερους πόρους και αντέχουν περισσότερο σε περιόδους ξηρασίας.
Η αξιοποίηση επεξεργασμένου νερού αποτελεί επίσης μια ιδιαίτερα σημαντική λύση. Η χρήση νερού μετά από τριτοβάθμια επεξεργασία για άρδευση είναι ασφαλής για πολλούς τύπους καλλιεργειών – με εξαίρεση ορισμένες περιπτώσεις όπως τα λαχανικά που καταναλώνονται ωμά ή φυτά που οι καρποί τους έρχονται σε επαφή με το έδαφος – και μπορεί να εφαρμοστεί ακόμα και σε βιολογικές καλλιέργειες, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται αυστηροί κανονισμοί για την προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος.
Σημαντικό ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν και οι λύσεις που βασίζονται στη φύση, καθώς αποτελούν ισχυρά και οικονομικά αποδοτικά εργαλεία για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής και την προστασία της βιοποικιλότητας. Οι υγρότοποι για παράδειγμα, είναι οικοσυστήματα υψηλής οικολογικής σημασίας που λειτουργούν ως δεξαμενές αποθήκευσης νερού, καθώς εμπλουτίζουν τους υπόγειους υδροφορείς και επίσης συμβάλλουν στον φυσικό καθαρισμό του νερού. Η διατήρηση (προστασία και διαχείριση) και κυρίως η αποκατάσταση υποβαθμισμένων υγροτόπων είναι καθοριστικής σημασίας, ενώ η λειτουργία τους έχει ήδη αξιοποιηθεί σε τεχνητά συστήματα για την επεξεργασία και αποθήκευση λυμάτων.
Ο τεχνητός εμπλουτισμός των υδροφορέων με νερό τριτοβάθμιας επεξεργασίας εφαρμόζεται στην Κύπρο εδώ και αρκετά χρόνια, συγκεκριμένα από τον Φεβρουάριο 2004 στον υδροφορέα Έζουσας και από τον Φεβρουάριο 2016 στον υδροφορέα Ακρωτηρίου. Η πρακτική αυτή αποθηκεύει νερό και ενισχύει την υδατική ασφάλεια ιδιαίτερα σε περιόδους ξηρασίας. Οι πρόσφατες ευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές προωθούν επιπλέον την τεταρτοβάθμια επεξεργασία, η οποία στοχεύει στην απομάκρυνση μικρορυπαντών, ανοίγοντας τον δρόμο για ακόμα πιο ασφαλή επαναχρησιμοποίηση του νερού και εμπλουτισμό των υδροφορέων.
Την ίδια στιγμή, η αναβάθμιση των υποδομών ύδρευσης είναι κρίσιμη, καθώς σημαντικές ποσότητες νερού χάνονται λόγω μη εντοπισμένων διαρροών. Η αξιοποίηση έξυπνων τεχνολογιών, όπως αισθητήρες, αυτοματοποιημένα συστήματα και συσκευές IoT, μπορεί να συμβάλει στον άμεσο εντοπισμό προβλημάτων και στην βελτιστοποίηση της διανομής νερού, μειώνοντας αισθητά τις απώλειες.
Εξίσου σημαντική είναι η ανάγκη περιορισμού νέων υδροβόρων αναπτύξεων. Υποδομές όπως γήπεδα γκολφ και υδροπάρκα απαιτούν μεγάλες ποσότητες νερού για τη συντήρηση και λειτουργία τους, γεγονός που τις καθιστά ιδιαίτερα επιβαρυντικές για μια χώρα με έντονο υδατικό πρόβλημα.
Παράλληλα, η συλλογή όμβριων υδάτων, μια πρακτική που εφαρμοζόταν ευρέως από την αρχαιότητα, μπορεί να επανέλθει δυναμικά στο προσκήνιο. Σήμερα στην Κύπρο, τα όμβρια ύδατα συχνά αντιμετωπίζονται ως πρόβλημα προς απομάκρυνση, με αποτέλεσμα να κατασκευάζονται υποδομές που τα διοχετεύουν προς τη θάλασσα. Αντίθετα, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες εφαρμόζονται συστήματα συλλογής και αποθήκευσης τόσο σε οικιακό όσο και σε αστικό επίπεδο, συνοδευόμενα από κανονισμούς, κίνητρα, επιδοτήσεις και ενσωμάτωσή τους στον πολεοδομικό σχεδιασμό. Η προσαρμογή της Κύπρου σε αυτές τις πρακτικές είναι πλέον επιτακτική, μέσω εκπαίδευσης επαγγελματιών του κατασκευαστικού τομέα και αναβάθμισης των υποδομών, ώστε να συνάδουν με τα σημερινά δεδομένα.
Η αφαλάτωση αποτελεί την πιο διαδεδομένη λύση για το πρόβλημα της λειψυδρίας. Ωστόσο, αυτό που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό είναι οι επιπτώσεις της στο περιβάλλον αλλά και στη διαιώνιση του προβλήματος, παράγοντες που θα έπρεπε να την καθιστούν ως έσχατη και όχι ως καθολική λύση στο πρόβλημα της λειψυδρίας. Αρχικά, με την περισσότερη παραγωγή νερού αναμένεται ότι θα αυξηθεί αναλογικά και η ζήτησή του, με αποτέλεσμα το πρόβλημα της λειψυδρίας να παραμένει. Επιπρόσθετα, η διαδικασία αυτή είναι εξαιρετικά ενεργοβόρα, και εάν η ενέργεια παρέχεται από την καύση ορυκτών, αυτό θα οδηγήσει στην απελευθέρωση σημαντικών ποσοτήτων αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα. Μια λύση βέβαια θα αποτελούσε η κάλυψη των ενεργειακών αναγκών από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), αλλά και πάλι τίθεται ζήτημα λόγω μεγάλης ισχύος παραγωγής και διαθέσιμης γης χωροθέτησης. Αυτό ενδεχομένως να συνεπάγεται σημαντική αλλαγή χρήσης γης και κατάληψη γης για εγκατάσταση των μονάδων ΑΠΕ. Ένα άλλο πρόβλημα είναι η απόρριψη άλμης, δηλαδή του προϊόντος της αφαλάτωσης. Η άλμη περιέχει μεγάλες συγκεντρώσεις αλατιού και ελάχιστη συγκέντρωση οξυγόνου, συνθήκες στις οποίες δύσκολα επιβιώνουν ζωντανοί οργανισμοί. Ως αποτέλεσμα, η απόρριψή της στο θαλάσσιο περιβάλλον ενδέχεται να οδηγήσει σε σημαντικές και αρνητικές επιπτώσεις. Επομένως, η ορθή χωροθέτηση, κατασκευή και λειτουργία των μονάδων αφαλάτωσης θα πρέπει να διασφαλίζεται σε κάθε περίπτωση, ενώ παράλληλα θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι με την παραγωγή αφαλατωμένου νερού δεν θα οδηγηθούμε τελικά σε περαιτέρω αύξηση της ζήτησης και κατανάλωσης νερού.
Τέλος, το σημαντικότερο βήμα για τη ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος αποτελεί η σωστή ενημέρωση. Με τα όσα αναφέρθηκαν για την αναλογική αύξηση της ζήτησης νερού μετά από αφαλατώσεις, και σε συνδυασμό με τη νοοτροπία σπατάλης νερού που έχουμε στην Κύπρο, η ευαισθητοποίηση της κοινωνίας καθίσταται απαραίτητη. Μέτρα σαν αυτά που θα εφαρμόσει ο ΕΟΑ Λάρνακας για καλλιέργεια υδατικής συνείδησης σε πολίτες και μαθητές δίνοντας οδηγίες για ορθολογική χρήση νερού, να παρέχει στους καταναλωτές ακροφύσια για τοποθέτηση σε βρύσες ώστε να επιτευχθεί χαμηλότερη ροή και μείωση της κατανάλωσης έως 40% και η εντατικοποίηση των εργασιών για αποκατάσταση βλαβών και αντικατάσταση παλαιών οικιακών παροχών, αποτελούν μια καλή αρχή για να ακολουθήσουν και οι υπόλοιπες επαρχίες και δήμοι τις Κύπρου.
Η λειψυδρία είναι αποτέλεσμα τόσο της ξηρασίας όσο και της κακής διαχείρισης. Με την εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών και κατάλληλων υποδομών, την υιοθέτηση αποτελεσματικών μέτρων, την ευαισθητοποίηση του κοινού και την εξοικονόμηση νερού, θα μπορούσαν να περιοριστούν οι επιπτώσεις τις λειψυδρίας, συμπεριλαμβανομένων των περικοπών νερού. Παράλληλα, το νερό πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένας πολύτιμος αλλά και πεπερασμένος πόρος, και δεν πρέπει να κατασπαταλείται ή να χάνεται λόγω ανεπαρκών υποδομών. Σε μια περίοδο όπου η κλιματική κρίση, η ερημοποίηση και η ξηρασία στη Μεσόγειο εντείνονται, καλούμαστε να προσαρμοστούμε στα νέα δεδομένα. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από στρατηγικό σχεδιασμό, υπεύθυνη διαχείριση και συλλογική προσπάθεια τόσο για το δικό μας μέλλον και τις γενιές που θα ακολουθήσουν, όσο και για κάθε ζωντανό οργανισμό του πλανήτη μας.


