Γράφει η Ελένη Ματθαίου

Στις μέρες μας, υπάρχει μια αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση για σπάνιες γαίες και κρίσιμα ορυκτά, όπως το νικέλιο, το μαγγάνιο και το λίθιο, λόγω της σημασίας τους στην παραγωγή εξαρτημάτων που υποστηρίζουν τις «πράσινες» τεχνολογίες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η κατασκευή μπαταριών, ηλιακών συλλεκτών, ακόμη και άλλων τύπων εξοπλισμού, όπως τα στρατιωτικά εφόδια. 

Ως αποτέλεσμα, όλο και περισσότερες χώρες ενδιαφέρονται για την εξερεύνηση κοιτασμάτων ορυκτών στον πυθμένα των ωκεανών, με ορισμένες μάλιστα να στοχεύουν στην εφαρμογή εμπορικών εξορυκτικών δραστηριοτήτων, αν και αξίζει να σημειωθεί ότι καμία δεν έχει εγκριθεί μέχρι στιγμής. Παρ’ όλα αυτά, η εξόρυξη σε βαθιά ύδατα παραμένει ένας αμφιλεγόμενος και σχετικά νέος κλάδος, ο οποίος εύλογα εγείρει σοβαρές ανησυχίες για πιθανές μη αναστρέψιμες επιπτώσεις σε ευαίσθητα και υψηλής αξίας θαλάσσια οικοσυστήματα. 

Τι είναι η εξόρυξη σε βαθιά θαλάσσια ύδατα; 

Η εξόρυξη σε βαθιά ύδατα είναι η διαδικασία κατά την οποία μια ποικιλία πολύτιμων μετάλλων και ορυκτών εξάγεται από τον βυθό, συνήθως σε βάθη μεγαλύτερα των 200 μέτρων. Αυτή η αναδυόμενη βιομηχανία μπορεί να ταξινομηθεί σε τρεις κύριους τύπους εξόρυξης, ανάλογα με τους στοχευόμενους ορυκτούς πόρους: 

Εξόρυξη πολυμεταλλικών κονδύλων, η οποία περιλαμβάνει τη συλλογή κονδύλων πλούσιων σε μέταλλα από επίπεδες αβυσσικές πεδιάδες. 

Εξόρυξη μαζικών θειούχων κοιτασμάτων του θαλάσσιου βυθού, που βρίσκονται κοντά σε υδροθερμικές πηγές. 

Εξόρυξη κρουστών πλούσιων σε κοβάλτιο, που εντοπίζονται στις πλαγιές υποθαλάσσιων ορέων και ραχοκοκαλιών. 

Κάθε μέθοδος παρουσιάζει τις δικές της μοναδικές περιβαλλοντικές ανησυχίες λόγω των ακραίων συνθηκών και της ευθραυστότητας των οικοσυστημάτων των βαθέων υδάτων. 

Πώς γίνεται η εξόρυξη; 

Οι πολυμεταλλικοί κόνδυλοι είναι από τους πιο εύκολους πόρους προς συλλογή, καθώς βρίσκονται ελεύθεροι στην επιφάνεια του βυθού. Για τη συλλογή τους χρησιμοποιούνται εξειδικευμένα υποβρύχια ρομποτικά οχήματα, που λειτουργούν σε βάθη περίπου 4.000 μέτρων. Μπορεί να χρησιμοποιηθούν δύο τύποι μηχανημάτων: ρομποτικοί βραχίονες που περισυλλέγουν τους κονδύλους ή υδραυλικά συστήματα αναρρόφησης που «σκουπίζουν» τους κονδύλους μαζί με τα ανώτερα στρώματα των ιζημάτων. 

Αυτή η διαδικασία παράγει δύο τύπους «νεφών» ιζήματος (plumes): 

  • Νέφη συλλογής, που προκαλούνται από τη διατάραξη του θαλάσσιου βυθού. 
  • Νέφη απόρριψης, τα οποία περιέχουν απόβλητα που επιστρέφουν στον ωκεανό, είτε στα ενδιάμεσα ύδατα είτε πίσω στον βυθό. 

Η διαδικασία αυτή παραμένει σε πρώιμο πειραματικό στάδιο, καθώς οι πλήρεις περιβαλλοντικές επιπτώσεις είναι ακόμη άγνωστες. Οι επιστήμονες έχουν εκφράσει σοβαρές ανησυχίες ότι θα μπορούσε να προκαλέσει μη αναστρέψιμη απώλεια βιοποικιλότητας. 

Η βιοποικιλότητα στον βαθύ ωκεανό 

Ο βαθύς ωκεανός είναι το μεγαλύτερο και αρχαιότερο βιοσύστημα της Γης, φιλοξενώντας εξαιρετικά πλούσια και μοναδικά οικοσυστήματα. Συχνά χαρακτηρίζεται από τα μυστήριά του, καθώς ένα τεράστιο μέρος παραμένει ανεξερεύνητο λόγω των ακραίων συνθηκών, όπως οι χαμηλές θερμοκρασίες, το απόλυτο σκοτάδι και η υψηλή πίεση. Συνεχώς ανακαλύπτονται νέες πληροφορίες και νέα είδη ζωντανών οργανισμών. 

Αυτό το περιβάλλον περιλαμβάνει διάφορα ενδιαιτήματα, όπως αβυσσικές πεδιάδες, υδροθερμικές πηγές, ψυχρές αναβλύσεις και ωκεάνιες τάφρους. Λόγω των ακραίων συνθηκών, η βιοποικιλότητα της βαθιάς θάλασσας αποτελείται από οργανισμούς με αξιοσημείωτες προσαρμογές, όπως βιοφωσφορίζουσες μέδουσες, ασυνήθιστα χταπόδια [χταπόδι Dumbo (Grimpoteuthis)], περίπλοκες μικροβιακές κοινότητες κ.λπ. Πολλά από αυτά τα είδη είναι ενδημικά· δεν μπορούν να βρεθούν πουθενά αλλού στη Γη. 

Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι ορισμένοι από αυτούς τους οργανισμούς αναπτύσσονται ή αναπαράγονται με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς (σε διάστημα εκατοντάδων ή και χιλιάδων ετών), γεγονός που τους καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτους σε διαταραχές. 

Επιπτώσεις της εξόρυξης σε βαθιά ύδατα 

Καθώς οι πιθανές επιπτώσεις παραμένουν αβέβαιες, οι ανησυχίες αυξάνονται. Οι δραστηριότητες εξόρυξης απειλούν τη θαλάσσια βιοποικιλότητα με αρκετούς τρόπους: 

Μια κύρια απειλή είναι η καταστροφή των οικοτόπων. Συγκεκριμένα, η χρήση εξοπλισμού εξόρυξης προκαλεί φυσική εκτόπιση, η οποία μπορεί να καταστρέψει μεγάλες περιοχές ενδιαιτημάτων. Επιπλέον, τα νέφη απόρριψης μπορούν να ταξιδέψουν εκατοντάδες χιλιόμετρα, θολώνοντας το νερό, διαταράσσοντας τις οικολογικές διεργασίες, βλάπτοντας τους οργανισμούς που τρέφονται με διήθηση και εισάγοντας τοξικά μέταλλα στις τροφικές αλυσίδες. 

Μια άλλη σημαντική απειλή είναι ο συνεχής θόρυβος και το τεχνητό φως που παράγονται από τα μηχανήματα εξόρυξης, τα οποία μπορούν να διαταράξουν σοβαρά τους οργανισμούς που είναι προσαρμοσμένοι στο απόλυτο σκοτάδι και τη σιωπή. Για παράδειγμα, ορισμένα είδη φαλαινών βασίζονται στον ηχοεντοπισμό για την επικοινωνία, την ανίχνευση τροφής και τον προσανατολισμό, και ενδέχεται να επηρεαστούν σοβαρά από την ηχορύπανση. 

Επιπλέον, εφόσον ένα μεγάλο μέρος των θαλάσσιων οργανισμών παραμένει απροσδιόριστο, υπάρχει ο κίνδυνος εξαφάνισης ειδών πριν καν προλάβουμε να τα ανακαλύψουμε. 

Οι οργανισμοί των βαθέων υδάτων θεωρούνται ζωτικής σημασίας επειδή υποστηρίζουν βασικές διαδικασίες, όπως ο κύκλος των θρεπτικών συστατικών, η αποθήκευση άνθρακα και η διατήρηση της χημικής ισορροπίας των ωκεανών. Η διατάραξη αυτών των λειτουργιών θα μπορούσε να έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες για την υγεία των θαλασσών. 

Ρύθμιση και μέτρα για τη μείωση των επιπτώσεων 

Η Διεθνής Αρχή Θαλάσσιου Βυθού (ISA), η οποία ιδρύθηκε το 1994, είναι ο διοικητικός φορέας που είναι υπεύθυνος για τη ρύθμιση των εξορυκτικών δραστηριοτήτων στα διεθνή ύδατα, όπου ο θαλάσσιος πυθμένας θεωρείται «κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας» σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS). Παρόλο που οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έγκριση εξορύξεων έχουν θεσπιστεί από τον κώδικα εξόρυξης της ISA, ασκείται σημαντική πίεση στην Αρχή για την έγκριση συμβάσεων προτού διασφαλιστούν επαρκείς περιβαλλοντικές εγγυήσεις. 

Αντίθετα, πολλοί επιστήμονες σε όλο τον κόσμο ζητούν μορατόριουμ (αναστολή) στην εξόρυξη σε βαθιά ύδατα μέχρι να κατανοήσουμε καλύτερα τις συνέπειές της. Αξιοσημείωτο είναι ότι, μέχρι σήμερα, 50 χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας και της Κύπρου, έχουν εκφράσει την αντίθεσή τους, λέγοντας «όχι» στην εξόρυξη σε βαθιά ύδατα. 

Συμπέρασμα 

Αν και η εξόρυξη σε βαθιά ύδατα υπόσχεται νέες πηγές κρίσιμων ορυκτών και πιθανή οικονομική ανάπτυξη για τις συμμετέχουσες χώρες, το περιβαλλοντικό κόστος μπορεί να υπερτερεί οποιουδήποτε πιθανού οφέλους. Η βαθιά θάλασσα δεν είναι μια άγονη ερημιά, αλλά ένας ζωντανός και εύθραυστος ιστός ζωής που παίζει θεμελιώδη ρόλο στην ομαλή λειτουργία του πλανήτη μας. 

Γνωρίζοντας ότι η βιοποικιλότητα σε τέτοια ακραία περιβάλλοντα απειλείται ήδη από την κλιματική αλλαγή, τη ρύπανση και την υπεραλίευση, οφείλουμε να συμπεράνουμε ότι η εξόρυξη σε βαθιά ύδατα μπορεί να αποτελέσει το τελειωτικό πλήγμα. 

Είναι καιρός να εφαρμόσουμε την αρχή της προφύλαξης, δείχνοντας εγκράτεια μέχρι να κατανοήσουμε πλήρως τις συνέπειες. Όσο δελεαστική και αν φαίνεται, η απώλεια αναντικατάστατων ειδών και οικοσυστημάτων θα ήταν ένα δυσβάσταχτο κόστος που ίσως να μην μπορούμε να επωμιστούμε. Το μεγαλύτερο μέρος του τεράστιου πλούτου που κρύβεται κάτω από την επιφάνεια μπορεί να μας είναι ακόμα άγνωστο, αλλά δεν πρέπει ποτέ να το αγνοήσουμε.