Η διατήρηση της βιοποικιλότητας κάθε τόπου αλλά και στο σύνολο του πλανήτη, είναι μείζονος σημασίας για τη βιόσφαιρα αλλά και την ευημερία κάθε ανθρώπου. Η λέξη βιοποικιλότητα προκύπτει από τη σύντμηση των λέξεων «βιολογική ποικιλότητα» και αναφέρεται στην ποικιλία της ζωής, το σύνολο δηλαδή των ζωντανών οργανισμών και της ποικιλίας που εκδηλώνουν στη μορφή και το γενετικό υλικό τους. Η απώλεια ή/και η σημαντική υποβάθμιση της βιοποικιλότητας έχουν άμεση επίπτωση σε εμάς, στα συστήματα παραγωγής της τροφής μας, στην οικονομία και γενικά στη ζωή μας.

 

Κάνοντας μια σύντομη βόλτα στη φύση μπορεί εύκολα να συνειδητοποιήσει κανείς πόσο τυχεροί είμαστε που ζούμε σε ένα νησί με τόση βιοποικιλότητα. Ένα νησί πλούσιο σε φυσική ομορφιά, χλωρίδα και πανίδα, με κάθε είδος να έχει τον δικό του ρόλο. Στόχος όλων μας θα πρέπει να είναι να προστατεύσουμε τη βιοποικιλότητα και να σταματήσει η υποβάθμισή της, ώστε να μπορούν να την απολαύσουν και να επωφεληθούν από τα όσα προσφέρει η φύση και οι επόμενες γενεές. Το Terra Cypria – Το Ίδρυμα Προστασίας του Περιβάλλοντος προσπαθεί καθημερινά να κάνει ακριβώς αυτό με ποικίλους τρόπους, κυρίως μέσω της εκπαίδευσης, της έρευνας και της ενημέρωσης αλλά και μέσω υλοποίησης προγραμμάτων όπως το πιο κάτω.

Το Τμήμα Δασών του Υπουργείου Γεωργίας Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος έχει αναθέσει στα πλαίσια σχετικού διαγωνισμού στο  Ίδρυμα Terra Cypria σύμβαση για την παροχή υπηρεσιών παρακολούθησης ερπετών και αμφιβίων της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ στην περιοχή του δικτύου NATURA 2000 “Χερσόνησος Ακάμα”. Το πρόγραμμα συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανταγωνιστικότητα και Αειφόρος Ανάπτυξη» της Προγραμματικής Περιόδου 2014-20120 και Εθνικοιύς Πόρους.  Το πρόγραμμα υλοποιείται σε συνεργασία με τον Δρ. Σπύρο Σφενδουράκη, Καθηγητή του Τμήματος Βιολογικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου, και τη Δρ. Εμμανουέλα Καραμέτα, Ερευνήτρια στο ίδιο Τμήμα, στο πλαίσιο σύμβασης με το Τμήμα Δασών. Οι εργασίες θα διαρκέσουν 18 μήνες και αφορούν τη συλλογή πληροφοριών για όλα τα είδη φιδιών, σαυρών και αμφιβίων (βατράχων) που συναντά κάποιος στο φυσικό περιβάλλον του Ακάμα. Η συλλογή τέτοιων δεδομένων, εξάλλου, αποτελεί υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση για την αποτελεσματικότερη διαχείριση και διατήρηση των ειδών και οικοτόπων, και είναι απαραίτητη για την αξιολόγηση της βιοποικιλότητας του τόπου μας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν έχει γίνει ξανά συλλογή δεδομένων αυτού του επιπέδου εντός της περιοχής Natura 2000 της χερσονήσου του Ακάμα. Αναμένεται να συλλεχθούν αρκετά στοιχεία ώστε να μπορεί να παραχθεί μια εμπεριστατωμένη και ενδελεχής αναφορά της κατάστασης των πληθυσμών των ερπετών και των αμφιβίων της περιοχής. Κατά την διάρκεια των 18 μηνών, οι επιστήμονες του Ιδρύματος Terra Cypria και του Πανεπιστημίου Κύπρου, σε συνεργασία με το Τμήμα Δασών αλλά και με πολύτιμους εθελοντές, θα περπατήσουν εκατοντάδες χιλιόμετρα στην προσπάθεια να εντοπίσουν και να καταγράψουν όσα είδη ερπετών και βατράχων βρουν.

 

Τα εκπαιδευμένα τους μάτια μπορούν να εντοπίσουν και να αναγνωρίσουν κάθε είδος σαύρας και φιδιού, όσο γρήγορα και αν τρέχει. Για την αναγνώριση των βατράχων χρησιμοποιείται κυρίως η ηχητική αναγνώριση,  καθώς κάθε ένα έχει το δικό του χαρακτηριστικό κόασμα.

 

Η διατήρηση των ειδών αυτών είναι ιδιαίτερα σημαντική για όλα τα οικοσυστήματα της περιοχής. Τόσο τα ερπετά όσο και τα αμφίβια έχουν ταυτόχρονα ρόλο θηρευτή και θηράματος. Οι δύο αυτές ομάδες (ερπετά και αμφίβια) ρυθμίζουν και επιβλαβείς πληθυσμούς ζώων. Για παράδειγμα, οι γυρίνοι (προνύμφες των βάτραχων) τρώνε προνύμφες κουνουπιών, οπότε ελέγχουν τους πληθυσμούς των τελευταίων. Πολλά φίδια τρέφονται με τρωκτικά, τα οποία προκαλούν ζημιές στις καλλιέργειες, συχνά είναι φορείς διάφορων  ασθενειών (π.χ. τύφου). Επίσης, τα είδη αυτά αποτελούν τροφή για πολλά άλλα ζώα, όπως αρπακτικά πουλιά.

Δυστυχώς, τα ερπετά, ιδίως τα φίδια, αντιμετωπίζονται και στην Κύπρο με προκατάληψη λόγω ελλιπούς ενημέρωσης και εξαιτίας του προαιώνιου φόβου για αυτά.  Πολύ κόσμος πιστεύει, λανθασμένα, ότι τα φίδια είναι επικίνδυνα και, ως εκ τούτου, τις περισσότερες φορές που συναντούν κάποιο φίδι, το σκοτώνουν. Στην πραγματικότητα, από τα οκτώ είδη φιδιών της Κύπρου, μόνο ένα είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο, η φίνα (ή αλλιώς κοντούρα, οχιά ή έχιδνα). Όμως ακόμα και αυτό, επιτίθεται σε ανθρώπους μόνο όταν αναγκαστεί να προστατεύσει τον εαυτό του. Η σαΐτα και ο ξυλόδροπης, που επίσης φέρουν δηλητήριο, δεν είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο, επειδή το δηλητήριό τους είναι πολύ ασθενές και βρίσκεται στα πίσω δόντια τους, έτσι ώστε είναι σχεδόν αδύνατο να το εκχύσουν εάν ποτέ δαγκώσουν άνθρωπο.

Οι σαύρες πάλι, είναι όλες εντελώς ακίνδυνες και τρέφονται κυρίως με έντομα, ρυθμίζοντας έτσι τους πληθυσμούς τους. Είναι σημαντικοί κρίκοι στις τροφικές αλυσίδες των οικοσυστημάτων του Ακάμα αλλά έχουν και μεγάλο ενδιαφέρον όσον αφορά τον τρόπο ζωής και τη συμπεριφορά τους. Εξάλλου, η βιοποικιλότητα, εκτός από τη μεγάλη σημασία που έχει για την ποιότητα της ζωής μας, είναι και αστείρευτη πηγή γνώσεων για τον κόσμο γύρω μας.

 

Όταν γνωρίσουμε αυτά τα είδη και, ακόμα καλύτερα, όταν μάθουμε να τα σεβόμαστε, θα δούμε και την αξία τους αλλά και την ομορφιά τους. Πρέπει να αγαπήσουμε το νησί μας και τη φυσική του ομορφιά αν θέλουμε τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας να το χαρούν όπως το χαρήκαμε και εμείς.